Εισαγγελική αγόρευση για το Μάτι: Ανοικτό το ενδεχόμενο σκληρών ποινών

«Οι νόμοι, έστω και κακοί, οφείλουν να τηρούνται, δεν τους φτιάχνουν τους νόμους τα δικαστήρια, αλλά δεν μπορεί στην απονομή της δικαιοσύνης να κυριαρχούν λαϊκά δικαστήρια», τόνισε η εισαγγελέας, κατά την αγόρευσή της στη δίκη για τη φονική φωτιά στο Μάτι, τον Ιούλιο του 2018, αγόρευση που θα συνεχίσει την Πέμπτη το πρωί.

Η δίκη σε δεύτερο βαθμό έφθασε επτά χρόνια μετά την τραγωδία, στο στάδιο της εισαγγελικής πρότασης στο Εφετείο, μετά από έφεση που ασκήθηκε κατά της απόφασης του πρώτου βαθμού, η οποία είχε προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων.

Η εισαγγελέας Σταματίνα Περιμένη τοποθετήθηκε για σωρεία νομικών και πραγματικών ζητημάτων που καθόρισαν τη δικαστική εξέλιξη της απίστευτης τραγωδίας με την εκατόμβη των νεκρών και τους δεκάδες εγκαυματίες. Παράλληλα, επεσήμανε πως ακόμα και για πλημμελήματα, η δικαιοσύνη έχει τη δυνατότητα επιβολής σκληρών ποινών, που μπορεί να οδηγήσουν κάποιους και στη φυλακή.

Αναλυτικά τα σημαντικότερα σημεία της εισαγγελικής αγόρευσης, σχετικά με τα νομικά θέματα αλλά και τις εγκληματικές παραλείψεις που οδήγησαν στην πρωτοφανή τραγωδία και οι τοποθετήσεις συγγενών των θυμάτων:

Οι συνήγοροι των συγγενών των θυμάτων αρχικά ζήτησαν η εισαγγελική πρόταση να κατατεθεί εγγράφως, ωστόσο η εισαγγελέας εξήγησε πως θα κατατεθεί μεταγενέστερα. «Λόγω σοβαρότητας της υπόθεσης και της χρονικής στενότητας, υπέβαλα τον εαυτό μου σε έναν τιτάνιο αγώνα να προετοιμαστώ για όλους αυτούς τους ανθρώπους. Ο λόγος που όταν έκλεινα τα μάτια μου, έβλεπα σκηνές από αυτήν την τραγωδία και όταν τα άνοιγα, τους ανθρώπους εδώ, ήταν για να μπορέσω να την ετοιμάσω, για αυτό θα την καταθέσω γραπτώς μεταγενέστερα», εξήγησε η κ. Περιμένη, τονίζοντας ότι όλοι οι παράγοντες της δίκης είναι «στα όρια της κατάρρευσης», προκειμένου να μπορέσουν να ολοκληρωθεί η δίκη σύντομα, λόγω των ασφυκτικών ορίων παραγραφής.

«Το δικαστήριο δε θα δικαιώσει τις ψυχές όσων χάθηκαν»

Η εισαγγελική λειτουργός μεταξύ άλλων σημείωσε: «Είναι αυτοί οι νόμοι, είτε μας αρέσουν είτε όχι. Θέλω να πω με πλήρη συνείδηση και με απόλυτο σεβασμό και συμπάθεια και σκυμμένο κεφάλι, ότι το δικαστήριο δε θα δικαιώσει τις ψυχές όσων χάθηκαν, αυτό δεν μπορεί να γίνει, είναι ένα ζήτημα μεταφυσικό. Το δικαστήριο θα εμπεδώσει το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών, ότι θα αποδοθούν ευθύνες εκεί που πρέπει να αποδοθούν, ώστε την επόμενη ημέρα να αισθανόμαστε πιο ασφαλείς.

Αλλά και για τους κατηγορουμένους να ξέρουν, ότι θα δικαστούν με βάση τους νόμους που ισχύουν. Τον νόμο δεν τον βγάζουν τα δικαστήρια, αλλά πρέπει να τον τηρούν ευλαβικά, για να υπάρχει ασφάλεια δικαίου. Ηθικό χρέος στους ανθρώπους, που διαλύθηκε η ζωή τους και είναι καταδικασμένοι να ζουν με την απώλεια, τον θάνατο, τις εικόνες των δικών τους να χάνονταιν υπό αυτές τις συνθήκες. Να ξέρουν τι ακριβώς θα δικάσει».

Τα χειροκροτήματα

Και συνέχισε μιλώντας για τις αρμοδιότητες της Πυροσβεστικής σε σχέση με τους ΟΤΑ και την Πολιτική Προστασία, ενώ στάθηκε και στο ζήτημα της προληπτικής απομάκρυνσης που στη φωτιά στο Μάτι δεν έγινε.

«Οργανωμένη προληπτική απομάκρυνση και εκκένωση γίνεται όταν αυτό μπορεί να γίνει με ασφάλεια, όχι όταν η φωτιά είναι μπροστά στα σπίτια. Όταν όμως η φωτά είναι σε απόσταση 1,2,3, 5 χιλιομέτρων, τότε οι πολίτες δε διατρέχουν άμεσα κίνδυνο, αλλά ο κίνδυνος είναι ορατός και τότε εκεί μπορεί να γίνει προληπτική απομάκρυνση και οφείλει να γίνει προληπτική απομάκρυνση», υπογράμμισε, με τους συγγενείς των θυμάτων να ξεσπούν σε χειροκροτήματα.

Στη συνέχεια της αγόρευσής της η εισαγγελέας τόνισε: «Πώς μπορεί να πει ένα σώμα ασφαλείας «θα σώσω αυτούς αλλά όχι τους άλλους»; Αυτό, αν μπορούσε να γίνει θα ήταν μόνο σε συνθήκες πολέμου. Όταν έχει να κάνεις με την προστασία του πληθυσμού, δεν υπάρχουν α’ και β’ κατηγορίας πολίτες. Δεν υπάρχει ιεράρχηση, αλλά καθήκον είναι η προστασία της ανθρώπινης ζωής και βάσει αυτού, κατευθύνεις τις δυνάμεις σου. Ουδείς άλλαξε ποτέ αυτήν την προτεραιότητα».

Τα «λαϊκά δικαστήρια»

Σε άλλη σημείο της αγόρευσης της η κ. Περιμένη τοποθετήθηκε σε αντιδράσεις συγγενών των θυμάτων σημειώνοντας: «Τον νόμο πρέπει να τον προσκυνήσουμε, αυτό είναι η Δημοκρατία και όχι ο νόμος του καθενός. Ξέρω ότι η απώλεια δε θα αναπληρωθεί ποτέ, αλλά την ευθύνη δεν μπορούμε να τη μετακυλήσουμε σε κάποιον που δεν ευθύνεται. Η χώρα έχει υποφέρει από κακούς νόμους, αλλά και από λαϊκά δικαστήρια παλαιότερα»

Η εισαγγελέας επανήλθε στο ζήτημα της οργανωμένης προληπτικής απομάκρυνσης. «Υπάρχει η νομική άποψη ότι δεν είναι απαραίτητη η εισήγηση του επικεφαλής στο πεδίο, την οποία δεν ενστερνίζομαι. Είναι καθήκον της πολιτικής προστασίας να ζητήσει πληροφόρηση για το εάν πρέπει ή όχι να γίνει οργανωμένη προληπτική απομάκρυνση.

Η λέξη οργανωμένη είναι το ζητούμενο, ο κόσμος πήγε στις παραλίες, αλλά όχι οργανωμένα. Αντικειμενικά, μπορεί να μην ήταν απολύτως ορθή, να πάει ο κόσμος στην παραλία, αποδεικνύεται ότι δεν ήταν εντελώς λάθος, σίγουρα υπήρχε και πιο σωστός (δρόμος) να πάνε στο λιμάνι της Ραφήνας, το λέω απλοϊκά, αλλά αν στις έξι το απόγευμα τους έλεγαν «πήγαινε στη Ραφήνα», θα πήγαιναν. Στο χέρι του καθενός ήταν να φύγει από το σπίτι του, αλλά τότε κανείς δεν έδωσε εντολή να γίνει οργανωμένα».

Ο κίνδυνος της παραγραφής

Στο δικαστήριο προκλήθηκε ένταση όταν η εισαγγελέας εξηγούσε τον νομικό χαρακτηρισμό των πράξεων και τις διαφορές ανάμεσα στις εξ αμελείας κατηγορίες και του ενδεχόμενου δόλου. «Στη βαριά αμέλεια έχει η δικαιοσύνη τον τρόπο να επιβάλει ποινές που να είναι αντίστοιχες με εκείνες του δόλου. Δεν μπορείς να αλλάξεις την κατηγορία γιατί θα καταστρέψεις την κατηγορία, θα ακυρωθεί στα ανώτερα δικαστήρια και υπάρχει και το όριο της παραγραφής.»

Ακροατήριο: Να μείνετε στην ιστορία, σαν εκείνους που αθώωσαν τον Κολοκοτρώνη. Όχι στη συγκάλυψη.

Εισαγγελέας: Θέλω να είμαι η εισαγγελέας της έδρας στο Μάτι. Μπορεί να γίνει δεκτό ότι κάποιοι προέβλεψαν την τραγωδία και την αποδέχθηκαν;

Ακροατήριο: Ναι, ναι, ναι. Είχαν νεκρούς και τους απέκρυπταν και δεν ξέρετε την απόσταση από το Κόκκινο Λιμανάκι μέχρι το Λιμάνι της Ραφήνας και λετε τέτοια πράγματα.

Το δικαστήριο διέκοψε και η εισαγγελική πρόταση θα συνεχιστεί την Πέμπτη.

Να σημειωθεί ότι η δίκη στο εφετείο γίνεται από μηδενική βάση, καθώς η απόφαση του πρώτου βαθμού «μηδενίστηκε» από την έφεση που ασκήθηκε μετά την έκδοση της, τόσο σε ό,τι αφορά τις αθωώσεις κατηγορουμένων, όσο και τα ελαφρυντικά, τις καταδίκες και τις ποινές. Οι ποινές που επιβλήθηκαν σε τότε στελέχη του κρατικού μηχανισμού, ποινές φυλάκισης ως πέντε χρόνια, είχαν μετατραπεί σε χρηματικές, προς 38 χιλιάδες ευρώ, γεγονός που προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων και την άσκηση της έφεσης.

Πάντως, η δίκη στο Εφετείο για το Μάτι, που διεξήχθη υπό τον φόβο της άμεσης παραγραφής, ολοκληρώνεται σε λίγες εβδομάδες, με τη δικαιοσύνη να τρέχει να προλάβει την πλήρη ατιμωρησία, καθώς το 2026 πρέπει να έχει τελειώσει και η όποια εκκρεμότητα στον Αρειο Πάγο, αν ασκηθεί κάποια αναίρεση, διότι τα αδικήματα, που είναι πλημμελήματα, παραγράφονται.

Κύλιση στην κορυφή